Γνωρίζοντας την έννοια της Υπερφαγικής Διαταραχής.

Η Yπερφαγική Διαταραχή, γνωστή και ως Binge Eating Disorder είναι μια διατροφική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφής σε σύντομο χρονικό διάστημα, συχνά συνοδευόμενη από αίσθημα απώλειας ελέγχου.

Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες, όπως η αύξηση βάρους, προβλήματα υγείας και συναισθηματική δυσφορία. Τα αρνητικά συναισθήματα που συχνά συνοδεύουν το binge eating, μπορεί να οδηγήσουν το άτομο σε περεταίρω κατανάλωση φαγητού ώστε να αισθανθούν ότι αντιμετωπίζουν το αρνητικό συναίσθημα, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο.

Η Υπερφαγική Διαταραχή επηρεάζει άτομα όλων των ηλικιών και φύλων, και η κατανόηση των αιτιών και των επιπτώσεών της είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών αντιμετώπισης και θεραπείας.

Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά της Υπερφαγικής Διαταραχής, -που για λόγους συντόμευσης θα αποκαλούμε «υπερφαγία» ή «binge eating»- τους παράγοντες που την προκαλούν και τις διαθέσιμες επιλογές θεραπείας.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τον επίσημο ορισμό της…!

Υπερκατανάλωση τροφής ή Υπερφαγική Διαταραχή (Binge Eating Disorder, BED);

Η BED είναι μια διαγνώσιμη διατροφική διαταραχή και όχι απλώς ένα περιστασιακό σύμπτωμα. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (APA), η BED ορίζεται ως:

α) Επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατανάλωσης σημαντικά μεγαλύτερης ποσότητας φαγητού σε σύντομο χρονικό διάστημα, από αυτή που το μέσο άτομο θα προσελάμβανε σε παρόμοιες συνθήκες, παράλληλα με

β) Αίσθημα έλλειψης ελέγχου κατά τη διάρκεια αυτών των επεισοδίων, ενώ

γ) Η εμφάνιση αυτών των επεισοδίων να συμβαίνει τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τρεις μήνες. 

Επιπλέον, τα άτομα με BED συχνά βιώνουν αισθήματα αηδίας, έντονης σωματικής δυσφορίας, απώλεια ελέγχου που συνοδεύεται από αισθήματα ενοχής ή αμηχανίας. Οι συναισθηματικές καταστάσεις που μόλις αναφέραμε, μπορεί να οδηγήσουν τα άτομα με BED στο να τρώνε κρυφά από τους γύρω τους..

Ποια είναι τα αίτια;

Τα αίτια της υπερφαγίας είναι ποικίλα και περιλαμβάνουν ψυχολογικούς, βιολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Ψυχολογικοί παράγοντες:

  • Έχει διαπιστωθεί μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της κατάθλιψης και του binge eating.
  • Η μη ικανοποίηση από την εικόνα σώματος και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, μπορούν να συμβάλλουν στην υπερφαγία.
  • Η δυσκολία διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων που συμβολοποιεί το φαγητό ως διέξοδο από αυτά, μπορεί επίσης να οδηγήσει το άτομο σε υπερφαγία.

Βιολογικοί παράγοντες:

  • Ορισμένες έρευνες υποδεικνύουν ότι η υπερφαγία μπορεί να σχετίζεται με ανισορροπίες σε χημικές ουσίες του εγκεφάλου, όπως η σεροτονίνη.
  • Γενετικοί παράγοντες μπορεί επίσης να παίξουν ρόλο στην ανάπτυξη της διαταραχής.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες:

  • Το οικογενειακό περιβάλλον και οι αυστηρές διατροφικές συνήθειες που αναπτύσσονται από νεαρή ηλικία μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνισή της.
  • Το άγχος, τα πρότυπα ομορφιάς που προβάλλονται συνεχώς και οι πιέσεις της καθημερινής ζωής, μπορούν να ωθήσουν το άτομο σε αυτή τη συμπεριφορά.

Οι παραπάνω παράγοντες όμως, συχνά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που μπορεί να είναι δύσκολο να σπάσει χωρίς την κατάλληλη θεραπεία και υποστήριξη.

Ποια είναι τα σημεία και τα συμπτώματα του binge eating;

Τα κυριότερα συμπεριφορικά και συναισθηματικά σημεία και συμπτώματα της υπερφαγίας είναι τα ακόλουθα:

  • Συνεχής κατανάλωση τροφής ακόμα και όταν υπάρχει κορεσμός
  • Αδυναμία ελέγχου ή αντίληψης της ποσότητας κατανάλωσης
  • Αποθήκευση τροφίμων για κρυφή κατανάλωση σε μεταγενέστερο χρόνο
  • Ύπαρξη συναισθημάτων στρες ή άγχους που μπορούν να ανακουφιστούν μόνο με το φαγητό
  • Αισθήματα μουδιάσματος κατά την υπερβολική κατανάλωση

Ποιες είναι οι θεραπευτικές προσεγγίσεις της BED;

Όπως μάθαμε νωρίτερα, η Υπερφαγική Διαταραχή έχεις τις ρίζες της σε συναισθηματικούς, ψυχολογικούς και βιολογικούς παράγοντες. Επομένως, η θεραπεία της είναι μια σύνθετη διαδικασία πολλαπλών στρατηγικών που φυσικά, βασίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις.

Ξεκινώντας από την ψυχολογική υποστήριξη της διαταραχής, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αποτελεί την πιο καλά μελετημένη και αποτελεσματική ψυχοθεραπεία, εστιάζοντας στην αλλαγή των αρνητικών σκέψεων και συμπεριφορών. Άλλες μέθοδοι, περιλαμβάνουν τη Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (DBT), που βοηθά στη ρύθμιση των συναισθημάτων, τη Διαπροσωπική Θεραπεία (IPT), που εξερευνά τις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου, και τη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT), που προάγει την αποδοχή των σκέψεων και συναισθημάτων παράλληλα με τη δέσμευση σε ωφέλιμες αξίες.

Εκτός από την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση, η φαρμακευτική αγωγή, όπως η λισδεξαμφεταμίνη διμεσυλική ή τα αντικαταθλιπτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά, πάντα υπό την επίβλεψη ιατρού.

Συχνά, η διατροφική συμβουλευτική συμπληρώνει το θεραπευτικό πλάνο, παρέχοντας υποστήριξη και εκπαίδευση. Από διατροφική σκοπιά λοιπόν, γνωρίζουμε ότι πολλοί άνθρωποι με BED καταναλώνουν συγκεκριμένες τροφές που πυροδοτούν τα επεισόδια, οι οποίες είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες και λίπη, και σχετίζονται με την απελευθέρωση σεροτονίνης, προσφέροντας ευχάριστα συναισθήματα ως άνεση ή ως μέσο διαφυγής. Θα πρέπει λοιπόν να μετριαστούν τα τρόφιμα που πυροδοτούν υπερφαγικά επεισόδια, μέσω μιας γενικοτερής ισορροπημένης διατροφής. Σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε προσεγγίσεις που αποβλέπουν σε γρήγορη απώλεια βάρους ή σε μαγικές λύσεις. Αντιθέτως, η απελευθέρωση από τη νοοτροπία των «καλών» και «κακών» τροφών είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της σχέσης με το φαγητό. Επίσης, η εξάσκηση της ενσυνείδητης κατανάλωσης, αναγνωρίζοντας την πείνα και σταματώντας στην πληρότητα, είναι κομβική. Η διαδικασία επαναπροσδιορισμού της σχέσης με τις τροφές μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά σταδιακά θα οδηγήσει σε μια πιο ειρηνική σχέση με το φαγητό και το σώμα.

Η επιλογή της θεραπείας είναι εξατομικευμένη και βασίζεται στη συνεργασία εξειδικευμένων επαγγελματιών ψυχικής υγείας και διατροφολόγων για να επιτύχει.

  Βιβλιογραφία